Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό; Οι πλούσιες χώρες μπροστά στο τέλος της ευημερίας με δανεικά
Οι κυβερνήσεις δαπανούν περισσότερα απ’ όσα εισπράττουν, ενώ η ανάγκη για επιπλέον χρηματοδότηση σε τομείς όπως η άμυνα, η κλιματική αλλαγή και η κοινωνική πρόνοια επιτείνει το πρόβλημα.
Σε γνώριμους -τουλάχιστον για εμάς στην Ελλάδα- ρυθμούς κινείται η παγκόσμια οικονομία. Οικονομίες-ατμομηχανές όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκοναι στη δίνη του εκτροχιασμού των δημόσιων οικονομικών τους. Οι κυβερνήσεις δαπανούν περισσότερα απ’ όσα εισπράττουν, ενώ η ανάγκη για επιπλέον χρηματοδότηση σε τομείς όπως η άμυνα, η κλιματική αλλαγή και η κοινωνική πρόνοια επιτείνει το πρόβλημα.
Σύμφωνα με ανάλυση του πρακτορείου Reuters, το παγκόσμιο χρέος αναμένεται να ξεπεράσει το 100% του ΑΕΠ έως το 2030. Σας θυμίζει κάτι γνώριμο; Σωστά απαντήσατε. Η παγκόσμια οικονομία κινείται στα χνάρια της κρίσης χρέους που σάρωσε την Ελλάδα για σχεδόν μια δεκαετία, προκαλώντας τεκτονικές αλλαγές στην οικονομία και αφήνοντας ένα βαθύ ανεπούλωτο τραύμα στην κοινωνία. Τι θα μπορούσε όμως να συμβεί αν μια οικονομική κρίση, όπως αυτή που βιώσαμε το 2010-2020 γίνει προβολή σε παγκόσμιο επίπεδο; Πάλι σωστά μαντέψατε, χάος.
Όπως αναφέρει το Reuters, οι επιλογές για δημοσιονομική εξυγίανση είναι περιορισμένες. αύξηση της ανάπτυξης, μείωση δαπανών, χρηματοπιστωτική καταπίεση ή στάση πληρωμών, οι οποίες θεωρούνται ανέφικτες ή πολιτικά επώδυνες. Έτσι, οι χώρες πιθανότατα θα καταφύγουν σε έναν συνδυασμό υψηλότερης φορολογίας και πληθωρισμού — δύο λύσεις αντιδημοφιλείς αλλά αναπόφευκτες. Όλα δείχνουν ότι η εποχή του φθηνού και εύκολου δανεισμού έχει τελειώσει, και οι πλούσιες χώρες πρέπει πλέον να αντιμετωπίσουν δύσκολες αλλά αναγκαίες αποφάσεις για τη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών τους.
Ασθμαίνουν οι G7
Ανάμεσα στις επτά μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες (G7), οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο αντιμετωπίζουν τη δυσκολότερη εξίσωση. Το ΔΝΤ προβλέπει ότι τα δημοσιονομικά τους ελλείμματα φέτος θα διαμορφωθούν στο 7,4%, 5,4% και 4,3% του ΑΕΠ αντίστοιχα. Την ίδια στιγμή, οι δυνητικοί ονομαστικοί ρυθμοί ανάπτυξης δεν ξεπερνούν το 4%, με βάση την υπόθεση για ανάπτυξη και πληθωρισμό της τάξης του 2%. Με χρέος στο 121% του ΑΕΠ για τις ΗΠΑ, 113% για τη Γαλλία και 101% για τη Βρετανία, η πορεία αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί επ’ άπειρον.
Οι υπόλοιπες χώρες της G7 κρατούν προς το παρόν τα ελλείμματά τους υπό έλεγχο, αν και το χρέος της Ιαπωνίας (237% του ΑΕΠ) και της Ιταλίας (135%) παραμένει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Μόνο η Γερμανία και ο Καναδάς φαίνονται να βρίσκονται σε σχετικά σταθερή δημοσιονομική τροχιά.
Περιορισμένες επιλογές
Το γεγονός ότι το χρέος αυξάνεται δεν σημαίνει αυτόματα και κρίση. Οι πλούσιες χώρες διαθέτουν μεγαλύτερα περιθώρια διαχείρισης – ιδίως εκείνες που εκδίδουν το δικό τους νόμισμα, όπως οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Ιαπωνία. Αντίθετα, η Γαλλία και η Ιταλία δεσμεύονται από τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), γεγονός που περιορίζει τα περιθώριά τους.
Ακόμη κι αν η κρίσιμη στιγμή δεν είναι άμεση, ο δανεισμός δεν μπορεί να αυξάνεται εσαεί. Το πρόβλημα είναι πως δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις.
Η πιο επιθυμητή θα ήταν η ενίσχυση της ανάπτυξης. Όμως, εκτός αν η τεχνητή νοημοσύνη αποδειχθεί πραγματικός καταλύτης, οι ανεπτυγμένες οικονομίες μάλλον θα επιβραδυνθούν τα επόμενα χρόνια – όχι μόνο λόγω δημογραφικών πιέσεων, αλλά και εξαιτίας της πολιτικής των δασμών του Ντόναλντ Τραμπ, που απειλεί να αποδυναμώσει το διεθνές εμπορικό σύστημα.
Η μείωση των δημόσιων δαπανών αποτελεί επίσης επιλογή, αλλά συναντά τεράστια κοινωνική αντίδραση. Η Γαλλία, για παράδειγμα, δυσκολεύεται να πείσει τους πολίτες της να αποδεχθούν την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης.
Οι δύσκολες εναλλακτικές
Μία από τις ιστορικά γνωστές λύσεις είναι η λεγόμενη «χρηματοπιστωτική καταπίεση» – πολιτικές που διατηρούν τεχνητά χαμηλά τα επιτόκια καταθέσεων, επιτρέποντας στα κράτη να δανείζονται φθηνά. Αυτό όμως προϋποθέτει περιορισμό στη διακίνηση κεφαλαίων, κάτι ανέφικτο για χώρες της ευρωζώνης όπως η Γαλλία. Επιπλέον, απαιτεί πλεόνασμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών – προϋπόθεση που δεν πληρούν ούτε οι ΗΠΑ ούτε η Βρετανία.
Η στάση πληρωμών, αν και θεωρητικά μειώνει το χρέος, δεν αποτελεί ρεαλιστική επιλογή για καμία χώρα της G7. Το μόνο σενάριο κινδύνου είναι ένα αδιέξοδο μεταξύ Λευκού Οίκου και Κογκρέσου που θα μπορούσε, κατά λάθος, να οδηγήσει σε προσωρινή αθέτηση πληρωμών.
Έτσι, απομένουν δύο βασικές διαδρομές: αυξημένοι φόροι ή πληθωρισμός — ο τελευταίος λειτουργεί σαν «σιωπηλός φόρος». Και οι δύο επιλογές είναι πολιτικά επώδυνες, αλλά δύσκολα θα αποφευχθούν.
Πληθωρισμός ή φόροι;
Ο πληθωρισμός αποτελεί, θεωρητικά, την πιο «ανώδυνη» επιλογή. Η αύξηση φόρων απαιτεί πολιτική αντιπαράθεση και ψηφοφορίες, ενώ ο πληθωρισμός απλώς «γλιστρά» μέσα στην καθημερινότητα των πολιτών.
Ωστόσο, οι ανεξάρτητες κεντρικές τράπεζες των πλούσιων χωρών έχουν εντολή να κρατούν τον πληθωρισμό χαμηλά. Επομένως, οι κυβερνήσεις θα έπρεπε πρώτα να τις πιέσουν να αλλάξουν ρότα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει ήδη αρχίσει να ασκεί τέτοιες πιέσεις, κατηγορώντας τον επικεφαλής της Fed, Τζερόμ Πάουελ, για καθυστέρηση στη μείωση των επιτοκίων και επιχειρώντας να αποπέμψει μέλη του διοικητικού συμβουλίου. Δεν είναι βέβαιο, ωστόσο, ότι θα καταφέρει να επιβληθεί.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η Τράπεζα της Αγγλίας παραμένει θεωρητικά ανεξάρτητη, αλλά πολιτικά ευάλωτη. Αν το δεξιό κόμμα Reform του Νάιτζελ Φάρατζ, που προηγείται στις δημοσκοπήσεις, κερδίσει τις εκλογές του 2029, η πίεση προς την Τράπεζα μπορεί να ενταθεί.
Πάντως, ο πληθωρισμός δεν θα αποτελούσε «σωσίβιο» για τη Βρετανία: περίπου το 25% του δημόσιου χρέους είναι συνδεδεμένο με τον πληθωρισμό, πράγμα που σημαίνει ότι όταν οι τιμές αυξάνονται, αυξάνονται αυτόματα και οι τόκοι. Επιπλέον, οι επενδυτές ενδέχεται να ζητήσουν υψηλότερες αποδόσεις, περιορίζοντας έτσι το όφελος.
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, από την πλευρά της, είναι μάλλον απίθανο να εγκαταλείψει τον στόχο της σταθερότητας τιμών, καθώς δεσμεύεται θεσμικά από τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Αυτό σημαίνει ότι χώρες όπως η Γαλλία ή η Ιταλία θα αναγκαστούν πιθανότατα να αυξήσουν τη φορολογία τους για να σταθεροποιήσουν τα δημόσια οικονομικά. Κάτι τέτοιο, όμως, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αλλεπάλληλες πολιτικές αναταράξεις, μέχρι να βρεθεί ηγεσία ικανή να πείσει την κοινή γνώμη για την ανάγκη «πικρών φαρμάκων».
Η επόμενη μέρα
Αν υπάρχει μια αχτίδα αισιοδοξίας, αυτή βρίσκεται ίσως στη συναλλαγματική ισορροπία. Αν οι χώρες της ευρωζώνης επιλέξουν τη δημοσιονομική πειθαρχία και οι ΗΠΑ ακολουθήσουν τον δρόμο του πληθωρισμού, τότε το ευρώ πιθανόν να ενισχυθεί έναντι του δολαρίου.
Όπως κι αν εξελιχθούν τα πράγματα, οι πλούσιες χώρες βρίσκονται μπροστά σε ένα σύνολο δύσκολων, αλλά αναπόφευκτων επιλογών: είτε θα πληρώσουν το τίμημα μέσω φόρων, είτε μέσω πληθωρισμού. Και στις δύο περιπτώσεις, η εποχή του «φθηνού χρέους» φαίνεται να έχει περάσει οριστικά.